ἀτειρής

ἀτειρής
Grammatical information: adj.
Meaning: `indestructible, stubborn, hard' (Il.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. Mostly connected with τείρω `oppress, distress', Lat. tero, either with the -u- of τέρυ, \< *ἀτερϜ-ής (Bechtel Lex.) or with the -i-of Lat. trīvī \< ἀτερι̯-ής. Improbable Wackernagel, Verm. Beiträge 14ff.: from *ἀτερσ-ής to τέρσομαι as *`not dried, fresh'.
Page in Frisk: 1,177

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ατειρής — ἀτειρής, ές (Α) 1. (για μέταλλα) ακατάλυτος, σκληρός 2. ισχυρογνώμων, άκαμπτος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀτειρές ισχυρογνωμοσύνη, σκληρότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά την πιθανότερη άποψη, ατειρής πιθ. < (θ.) τερ του ρ. τείρω «θλίβω,… …   Dictionary of Greek

  • ἀτειρής — not to be rubbed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτειρῆ — ἀτειρής not to be rubbed neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀτειρής not to be rubbed masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀτειρής not to be rubbed masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτειρεῖ — ἀτειρής not to be rubbed masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀτειρής not to be rubbed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτειρεῖς — ἀτειρής not to be rubbed masc/fem acc pl ἀτειρής not to be rubbed masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτειρέα — ἀτειρής not to be rubbed neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀτειρής not to be rubbed masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτειρές — ἀτειρής not to be rubbed masc/fem voc sg ἀτειρής not to be rubbed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτειροῦς — ἀτειρής not to be rubbed masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτειρέας — ἀτειρής not to be rubbed masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτειρέε — ἀτειρής not to be rubbed masc/fem/neut nom/voc/acc dual (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτειρέες — ἀτειρής not to be rubbed masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.